ο παναγιώτης ο περιπτεράς

τον σεπτέμβρη του 2005 έφυγα στο εξωτερικό για να σπουδάσω -τρομάρα να μου’ρθει. δεν έχει σημασία που πήγα ή τι σπούδασα τελικά. είναι αστείο πως η κοινωνία περιμένει στα 22 σου να ξέρεις τι θες, τι θα κάνεις, τι θα αγαπήσεις και κυριότερα σε τι είσαι καλός σ’αυτή τη σύντομη ζωή. πόσο μάλλον στα 17, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.

στα 4 χρόνια που έλειψα πέρασα πολύ ωραία. και λίγο δύσκολα, αλλά κυρίως πολύ ωραία. αυτό που μου έλειψε περισσότερο απ’ το σπίτι μου ήταν ο παναγιώτης ο περιπτεράς, στην πλατεία κάτω από το πατρικό μου. ο παναγιώτης μου έλεγε καλημέρα κάθε πρωί, χαμογέλαγε, μου είχε φτιάξει φράπα ξημερώματα να μην πάω ντίρλα στους γονείς, θυμόταν τα τσιγάρα μου, μου φύλαγε στο πλάι το “κόμιξ” σε περίπτωση που δεν εμφανιζόμουν στην ώρα μου, κέρασε τσίπουρο το βράδυ που χώρισα και αν καμιά εφημερίδα έδινε καμία καλή ταινία τις κυριακές και όταν πήγαινα είχε εξαντληθεί, εκείνος ζήταγε από τον ντελιβερά του και την δευτέρα μου την έφερνε.

δεν θέλω να σκέφτομαι ότι ήταν πελατειακή η σχέση. απλά είχε και αυτός ανάγκη να πει μια μαλακία πριν κλείσει το βράδυ ή μια καλημέρα το πρωί.

εκεί που πήγα, κατέβαινα κάθε μα κάθε πρωί στο ίδιο γκισέ, έπαιρνα το ίδιο εισιτήριο για το μετρό, ύστερα τον ίδιο καφέ απ’ το κιόσκι ζητώντας το ίδιο χαρτονάκι για να μην καίγονται τα χέρια μου και αν στο τέλος δεν χαμογελούσα εγώ και δεν έλεγα “ευχαριστώ” και “καλημέρα”, όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συναντούσα ήταν ικανοί να μην σηκώσουν καν το κεφάλι.

όταν συνειδητοποίησα την ανάγκη του κάθε παναγιώτη στη ζωή μου, του “δικού μου” ανθρώπου, προσπάθησα να τον συναντώ παντού. τον γνώρισα στο στρατό, στη γειτονιά της πρώην μου, στο μπαρ δίπλα στο σπίτι, στο μαγαζί που σύχναζα, στη δουλειά και πια και στη δική μου γειτονιά. είναι αυτό το χαζό συναίσθημα της πρωινής λιακάδας που μπαίνεις στο μπακάλικο, παίρνεις τα τσιγάρα σου και το φρουλαιτ μανταρίνι-σαγκουίνι χωρίς να τα ζητήσεις, μπαίνεις στο αυτοκίνητο και ακούς από μέσα “καλημέρα αγόρι μου” και χαμογελώντας απαντάς “καλημέρα κύριε γιώργο”.

είναι φοβερό πως κάποιες μέρες σαν σήμερα ας πούμε, ξαφνικά ένα σύννεφο στέκεται μπροστά στη λιακάδα και την κρύβει. και ξαφνικά κρυώνεις και βάζεις τη ζακέτα που πήρες μαζί σου για καλό και για κακό το πρωί. και γυρνώντας απ’ τη δουλειά προσπερνάς τον κύριο γίωργο. και έχεις την ανάγκη να πας σ’ένα περίπτερο πιο πάνω που δεν έχεις ξαναπάει. ζητάς τα τσιγάρα σου και χωρίς άλλη κουβέντα μπαίνεις στο αυτοκίνητο και φεύγεις.   

δεσπονίς τρίχρωμη – πού πάνε όλα αυτά;

 

 

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s